Το κυκλάμινο πάει στα βουνά...
Η Κατερίνα ξέρει που θα βρει φίλους και γνωστούς, όπως ξέρετε κι εσείς που θα βρείτε εκείνη. Βουνό με βουνό δεν σμίγει!
Σας ευχαριστώ όλους σας! ΚΑΛΗ ΣΥΝΕΧΕΙΑ! ΚΑΛΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ!

Σάββατο, 7 Φεβρουαρίου 2009

ΚΥΚΛΑΜΙΝΑ - ΓΙΩΤΑ ΣΤΡΑΤΗ


Το υπέροχο αυτό κείμενο είναι της ΓΙΩΤΑΣ ΣΤΡΑΤΗ,
της αγαπημένης μας

ΚΥΚΛΑΜΙΝΑ

(Η κόρη του Σελινούντα)

Κάπως έτσι ήμουν από παιδί. Ευκαιρίας δοθείσης, να σκαρφαλώνω στ’ αγριόβραχα και να μαζεύω γελαστά κυκλάμινα ριζωμένα ανάμεσα στις ρωγμές…. Ένα, δύο. τρία… πέντε, και να μη με φτάνει το πρώτο ματσάκι και να μη χορταίνει το μάτι το ροζ-μαβί χρώμα, μ’ εκείνες τις ανεπαίσθητες αποχρώσεις που πλημμυρίζουν τη καρδιά μ’ ευφορία και στέλνουν τη ψυχή ψηλά, να στροβιλίζεται…
Αμ’ αυτά τα δάχτυλα; Εκεί, να μουδιάζουν και να συνεχίζουν το σκάψιμο ανάμεσα στα βράχια για να ξεριζώσουν τη πατάτα τού κυκλάμινου, να τη βγάλουν από το φυσικό της περιβάλλον, να τη μεταφέρουν σ’ ένα κάμπο πράσινο, ήρεμο, σε μια φέτα λιβάδι δίπλα στην όχθη του αρχαίου ποταμού Σελινούντα…
Πόσες φορές εκείνη η μικρή κυκλαμινο-πατάτα, τρυφερή κι ευάλωτη, έμοιαζε με την καρδιά μου… Μα πού να το πεις; Πού να το εκδηλώσεις; Ευαισθησίες παρόμοιες ήταν υποτιμητικές στην αυστηρά δασκαλεμένη ηλικία όπου το «Ναι» είναι «Όχι» και το «Όχι» είναι δυο φορές «Όχι»… Ήταν εκείνο τον καιρό, ένα συναίσθημα σαν την ομίχλη που σε τυλίγει κι αρχίζεις να χρησιμοποιείς ενστικτώδη αντανακλαστικά ή τουλάχιστον να ψηλαφίζεις την κάθε σου κίνηση, το κάθε σου βήμα, διότι, ναι, ο γκρεμός και ο κίνδυνος είχαν όνομα ανήθικο… Ο νόμος του «ΜΗ» είναι «καλλίτερα να σου βγει το μάτι παρά το όνομα» έλεγαν. Να μη κοιτάξεις λοξά, να μη μιλήσεις πολύ, να μη γελάσεις παρά μ’ ένα αδιόρατο χαμόγελο επιδοκιμασίας… για να κρατηθεί το «όνομα» το οικογενειακό, σε τιμή και σε δόξα… ούουου … κι άλλα πολλά.
Άντε, να γυρίσω πάλι, στις πατάτες των κυκλάμινων, όπου φυτρώνουν δίχως να ρωτούν κανένα μας, μιας και δεν ενοχλούν κανένα. Σεμνές, απόμακρες μα ταυτόχρονα εκλεκτικές στην εποχή τής ανθοφορίας τους κι άλλο τόσο προκλητικές με το μαβί χρώμα τού ευαγγελισμού της Άνοιξης.
Συνήθως, ένα μαχαίρι και μια πλαστική σακούλα για πικρά αγριοράδικα -το εκλεκτό φαγητό του πατέρα- βοηθούσαν σε ανώδυνη συγκομιδή… Μα στο Γυμνάσιο; Όταν μας άφηναν -λες αρνιά και κατσίκια- να σκαρφαλώνουμε και να χοροπηδάμε στ’ ανηφόρια, εκεί στις γελαστές παρειές του Κολοκοτρώνη… πού να βρεις μαχαίρι!
Για δες που θυμήθηκα μία αμυδρή σκιά, ένα δειλό αγόρι που πήγε κι έσκισε ένα χλωρό καλάμι στα δύο και έφτιαξε ένα υποτυπώδες εργαλείο, να το μπήγω στο χώμα και να ξεριζώνω τα πολύτιμα, για μένα, κυκλάμινα! Αλήθεια, πόσα χρόνια πίσω… Ούτε «ευχαριστώ» δεν είχα τολμήσει να του πω, μόνο ένοιωθα τα μάγουλα μου να καίνε, να ψήνονται, όπως τότε που «ταΐζαμε» το φούρνο ξερόκλαδα κι αμπελο-κούτσουρα για το βδομαδιάτικο ζυμωτό ψωμί της μάνας.
Μάζευα, λοιπόν, μάζευα «αγριο-πατάτες του βουνού» με τα πρώτα δείγματα στη καρδιά τους ότι γρήγορα θα φουντώσουν να γλυκάνουν την ερημιά. Μάζευα, γέμιζα τις τσέπες της σχολικής μαύρης ποδιάς, έδενα τα μανίκια της χειρόπλεχτης ζακέτας κόμπο, τα γέμιζα κι αυτά… άντε και μερικές ακόμη στοιβαγμένες στην ασήκωτη τσάντα του σχολείου…
Μανία αναγνωρισμένη με τα κυκλάμινα. Στο σχολείο, σκίτσα στα εξώφυλλα, γεμάτα τα τετράδια, άσε που όταν πηγαίναμε στον αμπελώνα του ποταμού με το κέρινο σταφύλι…
Μανία να στολίζω κάθε ρίζα αμπελιού «…να τα βλέπει το αμπέλι κι από ζήλια να καρπίζει πιο πολύ», έλεγα… Φανταστείτε: πρώτος γύρος τα κυκλάμινα, δεύτερος οι μπλε ανεμώνες, τρίτος οι λευκές με μια ροδόχρωμη χροιά εδώ κι εκεί και τελευταίες, οι κόκκινες με τα ματωμένα μάγουλα και τα σκουρόχρωμα χείλη. Σχέτη τρέλα!
Αυτά τα άγρια κυκλάμινα πάντα έκαναν υπερευαίθητη τη ψυχή μου. Εκεί που την ήθελα να αιωρείται πάνω σε μισό σύννεφο
-διότι αν ήταν επάνω και στο άλλο μισό, θα μου έκρυβε το γαλάζιο κι η ψυχή μου ήταν -και είναι- ερωτευμένη μ’ όλες τις αποχρώσεις τού γαλάζιου, από το απόλυτα λευκό μέχρι το σαστισμένο αμέθυστο…
Ήταν, θυμάμαι, κι ένα μικρό ψήλωμα κοντά στην όχθη τού Σελινούντα, νοτισμένο από τον ίσκιο των πλατανιών που έστρωναν ένα πολύχρωμο πάπλωμα με τα φύλλα τους σε χώμα και πέτρα.
Εκεί υπήρχε μια ολόκληρη φυτεία από άγρια κυκλάμινα. Αυτός ήταν ο τόπος της μαγείας μου. Ήταν ο απρόσιτος τόπος του φανταστικού κάστρου μου. Κανείς δεν μπορούσε να μπει μέσα. Κλειδί δεν υπήρχε.
Μόνο εγώ μπορούσα να μπαινω-βγαίνω σ’ αυτό τον ιδανικό χώρο, τον τόπο της λατρείας μου.
Εκεί κοινωνούσα με τ’ άχραντο μυστήριο της μοναξιάς και της αυτο-συγκέντρωσης. Εκεί, σίγουρα, κάποτε θα βρέθηκε μια μικρή κυκλαμινο-πατάτα, που γεννήθηκε απ’ ένα τοσοδούλη σπόρο. Ρούφηξε μ’ όλη του τη δύναμη το άλλο μισό σύννεφο -ίσως, το δικό μου σύννεφο- έβγαλε μια γαλάζια καρδούλα, που ξέσπασε σε τέλεια, γελαστά ανθάκια, μ’ ένα μίσχο λυγερό για να καλωσορίσει την ελπιδοφόρα εποχή, να τ’ ανεμίσει στους άγριους βοριάδες και στους αποβλακωμένους -από έγνοιες- περαστικούς, μια τοσοδούλα πατάτα που βέβαια δεν τρώγεται, που δεν ευδοκιμεί στο ίσιωμα, που αν κι έχει κάτι αριστοκρατικά «πρωτοξάδερφα» τα οποία δεσπόζουν στα σαλόνια με το περιορισμένο γαλάζιο, εκείνος ο ταπεινός πατατο-βολβός π’ αγάπησε το καθάριο φως του λιβαδιού και το βουνίσιο νερό του αρχαίου ποταμού, τραγούδησε μύθους με τ’ ανθάκια της …
ένα, δύο τρία… πέντε… Το ένα να ξεσπαθώνει στο σύντομο τόξο τής ύπαρξής του, να το παραβγαίνουν τα πλαϊνά του μ’ ένα μεθυστικό ψίθυρο… Μετά, τελετουργικά, να βγαίνουν τα φύλλα, μικρά πιατάκια ελπίδας, ωσάν παλάμες ανοιχτές, να προσφέρουν δροσοσταλίδες στο ντροπαλό ήλιο της αυγής και ν’ απορροφούν το φως του στις λεπτεπίλεπτες φλέβες τους. Κι εκείνα, πάντα έτοιμα ν’ αποθηκεύσουν πλατειά ηλιο-χαμόγελα στη καρδιά της τοσοδούλας πατάτας, της μάνας τους, που ρίζωσε γενναία ανάμεσα στα βράχια τής παλικαριάς και της διαιώνισης, ως που να ξαναγίνει λίγη γη, λίγες δροσοσταλίδες, λίγο σύννεφο που δεν κρύβει το γαλάζιο τού άλλου μισού… που δεν ματώνει τη καρδιά, που ελευθερώνει τη ψυχή… που γεννάει μια νέα κυκλαμινο-φυτεία της ζωής και της ελπίδας. Αχ! Αυτή η μανία!

...Στο γάμο μου, στη βάφτιση της πρωτοκόρης μα και στης ροδαλής τής δεύτερης, κυκλάμινα σε χρώμα αμέθυστου, στόλισαν τις ώρες της ευτυχίας. Άλλα σε στεφανάκια, άλλα σε μπουκέτα κι άλλα σκόρπια σε μικρά διακοσμητικά καλάθια να στολίζουν και να ραίνουν το ανάλογο γεγονός. Γλυκιά συντροφιά, έστω κι αν δεν ήταν τα φρέσκα του τότε. ...Κι εγώ; Ακόμη και σήμερα ονειρεύομαι νοσταλγικά έναν λόφο ή έν’ αρχαίο ποταμό μ’ όχθες γεμάτες κυκλάμινα ν’ ακολουθούν τον κύκλο του σαστισμένου αμέθυστου.

ΤΕΛΟΣ