Το κυκλάμινο πάει στα βουνά...
Η Κατερίνα ξέρει που θα βρει φίλους και γνωστούς, όπως ξέρετε κι εσείς που θα βρείτε εκείνη. Βουνό με βουνό δεν σμίγει!
Σας ευχαριστώ όλους σας! ΚΑΛΗ ΣΥΝΕΧΕΙΑ! ΚΑΛΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ!

Σάββατο, 8 Νοεμβρίου 2008

Ασπρόμαυρα

…Ξύπνησα τρομαγμένη. Ήμουνα κουρασμένη πολύ και με πήρε ο ύπνος βαριά.
Πω, πω και δεν πρόσεχα τον παππού!
Ανοίγω τα μάτια και με ξυπνάει η αλήθεια. Ο παππούς δεν ήταν πλάι μου κι εγώ, μετά από πολλές μέρες, κοιμόμουνα στο κρεβάτι μου.
Πετάχτηκα πάνω και πήγα στο σαλόνι. Άναψα τσιγάρο και καθόμουνα στα σκοτάδια.
Σκεφτόμουνα πως πέρασε την νύχτα μόνος του. Αν πονούσε. Αν με φώναζε μες τη νύχτα. Αν έκλαιγε. Αν τράνταζε τα κάγκελα του κρεβατιού, όπως τις τελευταίες μέρες. Αν φώναζε και έβριζε :
«Δε μ’ ακούτε μωρέ! Σ’κώστε με! Θέλω να πάω στο χωριό! Δεν αντέχω άλλο! Κουράστ’κα! Που είστε μωρέ! Ρου…..! Πού ‘σαι μαρή π……., δεν μ’ ακούς; Που είσαι μωρέ; Μ’ αφήσατε μοναχό μ’;»

Μοναχό σ’ αφήσαμε παππού. Δυστυχώς. Στο Νοσοκομείο δεν μας κρατάνε άλλο και οι κλινικές έχουν ωράρια, τα οποία πρέπει να σεβαστούμε. Ξέρω ότι θα τα παραβώ, μα αυτό δεν θα σε βοηθήσει παππού. Μόνος σου πρέπει να παλέψεις με το θεριό…
Εσύ θ’ αποφασίσεις αν και πως θα μείνεις κοντά μας. Εσύ και ο Θεός.

Ήθελα έναν πατέρα κοντά μου. Εσένα, όπως ήσουν πριν. Όχι έτσι, όμως. Τώρα έγινες ένας άλλος. Δεν σε ξέρω έτσι. Δεν σ’ αντέχω έτσι.
Με πονάς.
Χάνω την δύναμή μου.

Απόψε κοιμήθηκες μόνος σου παππού.
Κι όμως ήμουνα δίπλα σου.

Κι εκείνο πάλι το παράξενο όνειρο, τι ήθελε να πει;

Πέρασαν έξι μήνες απ’ την γιαγιά.
Που έχω τα χρωματιστά;
Θέλω μια μπλούζα άσπρη.
Τώρα.
Όχι άλλο μαύρα. Κόλλησαν πάνω μου.

«Τι κάνεις εκεί μες τα σκοτάδια;»
«Σκέφτομαι».
«Έλα. Σήκω. Πήγαινε να ξανακοιμηθείς. Εγώ φεύγω».

«Καλή δουλειά, άντρα μου! Θα πάω. Θα πάω…»