Το κυκλάμινο πάει στα βουνά...
Η Κατερίνα ξέρει που θα βρει φίλους και γνωστούς, όπως ξέρετε κι εσείς που θα βρείτε εκείνη. Βουνό με βουνό δεν σμίγει!
Σας ευχαριστώ όλους σας! ΚΑΛΗ ΣΥΝΕΧΕΙΑ! ΚΑΛΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ!

Δευτέρα 9 Ιουνίου 2008

η βιτρίνα ΛΕΥΤΕΡΗΣ ΚΑΠΩΝΗΣ












Η βιτρίνα

ΛΕΥΤΕΡΗΣ ΚΑΠΩΝΗΣ

Α. Α. ΛΙΒΑΝΗΣ

Όταν έμειναν είκοσι τέσσερις υποψήφιες, της είπε καθαρά:
«Θα σε πάω στη δωδεκάδα και μετά θα σε βγάλω Σταρ Ελλάς. Αλλά για ένα χρόνο θα είσαι δική μου».
Η Φαίδρα πάγωσε.
«Μη φοβάσαι. Είμαι πολύ γέρος γι’ αυτό, έχω και σάκχαρο. Όμως θα κάνεις ό,τι σου λέω. Κι αν σου πω να πας με κάποιον, θα πας. Έτσι θα γίνεις κάτι. Κοίτα πόσα κορίτσια ξεκινήσατε. Όλες αυτές είναι έτοιμες να κάνουν τα πάντα για να πετύχουν. Δεν μπορούν όμως όλες. Εγώ σου ανοίγω την πόρτα. Ένας τίτλος είναι κάτι, μα μπορεί να μην είναι τίποτα αν δεν έχεις μυαλό. Οι περισσότερες χαραμίζετε τα νιάτα σας με χαζογκόμενους. Λίγες είναι αυτές που φτάνουν ψηλά. Θες να είσαι μια απ’ αυτές;»
Η Φαίδρα κούνησε το κεφάλι. Ήθελε.
Σελ.11


«Θα σου πω μερικά πράγματα και πρέπει να τα βάλλεις καλά στο μυαλό σου. Αυτή η ζωή είναι δούναι και λαβείν. Μου δίνεις τα νιάτα σου κι εγώ σου δίνω χρήματα για να περάσεις καλά. Έτσι πρέπει να κάνουν οι άνθρωποι, να βοηθάνε ο ένας τον άλλον. Το λέει και η θρησκεία. Εσύ τι έχεις να μου δώσεις; Την ομορφιά σου. Εγώ έχω χρήματα. Δεν είναι κακό. Ενώ όταν έχεις ένα φίλο σού λέει στην αρχή παραμύθια για φεγγάρια, για έρωτες, σου δίνει όρκους αιώνιας αγάπης κι εσύ του δίνεσαι. Και μετά από ένα χρόνο, δύο, λέει τα ίδια πράγματα σε άλλες κοπέλες. Περνάει καλά χωρίς να σου προσφέρει τίποτα, ένα παραμύθι. Γιατί, τι είναι η αγάπη; Αγάπη είναι όταν δίνεις στον άλλον. Κι εσύ, όταν φύγεις από δω και ανοίξεις την τσάντα σου, θα δεις ότι σου έχω δώσει κάτι. Ε; Δεν είναι πιο αληθινό αυτό; Κι όσο για τις βλακείες που λένε οι άνθρωποι, μην τις ακούς. Όλα τα καλύπτει το χρήμα. Έχεις χρήματα; Δε σε αγγίζει κανείς. Δε σε κατηγορεί κανείς. Δεν έχεις; Είσαι αλήτης. Κάνεις μια βίζιτα και παίρνεις εκατό ευρώ; Όλοι θα σε πουν πουτάνα. Κάνεις το ίδιο και παίρνεις εκατό χιλιάρικα; Κανείς δε θα σε κατηγορήσει, θα πουν ότι είσαι έξυπνη και τα κατάφερες. Η τιμή έχει σημασία, αυτό να ξέρεις. Όταν γνωριστούμε καλύτερα, θα δεις πως οι άνθρωποι αγοράζονται και πουλιούνται».
Σελ.20


«Κοίταξέ τους. Όλοι τρέχουν πίσω απ’ το άλογο που κερδίζει την κούρσα».
Σελ.45


«Με συγχωρείς, αλλά θα το πω. Οι κομμουνιστές λένε μερικές φορές σωστά πράγματα. Ποια δημοκρατία και κουραφέξαλα! Κεφάλαιο από δω με συμφέροντα, κεφάλαιο από κει. Οι μεν τα δίνουν στους δε και οι δε στους μεν. Και οποιανού η παρέα βγει, κάνει δουλειές. Κι άσε εμάς με το μεροκάματο να φωνάζουμε. Και τώρα τι γίνεται… Τα κομματόσκυλα απ’ τους προηγούμενους έμειναν άνεργα και τώρα δουλεύουν οι άλλοι. Και οι προηγούμενοι περιμένουν πότε θα έρθει η σειρά τους. Ο πατέρας μου όμως πίστευε όταν κυνήγαγε τους κομμουνιστές, και οι κομμουνιστές πίστευαν. Τώρα θα μου πεις πότε ήταν καλύτερα, τότε που σκοτώνονταν οι άνθρωποι ή τώρα που σκέφτονται όλα πώς να κονομήσουν; Αν με ρωτήσεις, δεν ξέρω τι να σου πω. Χάθηκε η τσίπα, αλλά δεν πεινάνε οι άνθρωποι. Δηλαδή όχι ότι δε ζορίζονται… Με εξακόσια ευρώ μισθό πώς τα βγάζουν πέρα δεν καταλαβαίνω. Αλλά απ’ το να σκοτώνονται… Δεν ξέρω. Τι λες κι εσύ, κυρ Αντρέα;»
Σελ.68


«Αφού λες να το αφήσω, το παρατάω. Αλλά και με τους παπάδες… Άλλοι πεθαίνουν στην ψάθα και τρέχουν να βοηθήσουν τους φτωχούς κι άλλοι γαμώ τα φράγκα που έχουν. Με συγχωρείς, κυρία που μιλάω έτσι».
Σελ.69


«Αν θες να με ακούσεις, σε τρία τέσσερα χρόνια θα ‘χεις καθαρίσει. Δε θα έχεις ανάγκη κανέναν. Δικό σου σπίτι, χρήματα στην άκρη. Θα δουλεύεις και στο μόντελινγκ, για να μη λένε από πού τα βγάζεις, θα κάνεις και κανένα διαφημιστικό… Έχω τους ανθρώπους μου εγώ. Χρειάζεσαι μια βιτρίνα. Και να βρεις κι έναν γκόμενο να τον έχεις για μόστρα. Κανένα χαμένο που να μη ζητάει λογαριασμό ούτε να ανακατεύεται στη δουλειά σου».
Σελ.78


«Βρε, ποιος τα χέζει τα Σκόπια; Άσ’ τους να ονομάζονται όπως θέλουν! Εμείς τα ‘χουμε αγοράσει. Πήγαινε ένα ταξιδάκι να δεις τι γίνεται. Σε λίγο θα είναι επαρχία της Ελλάδας. Την ουσία κοιτάμε, Αντρέα. Κι άσε τους Σκοπιανούς να λένε ότι είναι απόγονοι του Μεγάλου Αλεξάνδρου, του Αθανασίου Διάκου και του Μάρκου Μπότσαρη! Εσείς οι πολιτικοί πνίγεστε σε μια κουταλιά νερό. Εμείς οι επιχειρηματίες βλέπουμε τα πράγματα ρεαλιστικά. Κάποια μέρα κι αυτοί θα χορτάσουν και θα ξεχάσουν και τον Μέγα Αλέξανδρο και όλο το σόι. Οι πεινασμένοι ψάχνουν ιδέες για να πιαστούν».
Σελ.83


«Εμένα ζωγραφίζεις;» τον ρώτησε.
«Ναι».
Σηκώθηκε και πήγε κοντά του. Κοίταξε το πορτρέτο της.
«Δεν είμαι εγώ αυτή».
«Κάνεις λάθος. Εσύ είσαι».
«Έτσι είναι τα μάτια μου;»
«Έτσι τα βλέπω εγώ».
«Είμαι τόσο χάλια;»
«Είσαι πολύ όμορφη».
Ξανακοίταξε το πορτρέτο.
«Αυτή δεν είμαι εγώ», είπε με σιγουριά.
«Αυτή είναι ό,τι βλέπω εγώ σε σένα».
Άπλωσε το χέρι της.
«Με λένε Φαίδρα».
«Ανέστης».
Σελ.116


Το χειρότερο σ’ ένα γάμο είναι ο καθένας να κάνει δικά του σχέδια. Η Μπελίντα δε σκέφτεται, γι’ αυτό είμαστε παντρεμένοι. Όταν υπάρχουν δύο σχέδια, το πλοίο μένει ακυβέρνητο. Ένας κάνει το κουμάντο, κι εσύ πρέπει να δεχτείς ότι αυτός είναι ο Αντρέας. Καλά ή κακά, αυτός είναι ο άντρας σου. Για τα σχέδια μιλάω, για το πώς θα ζήσετε. Τώρα αν θα έχεις έναν γκόμενο επειδή ο Αντρέας δε σε πηδάει καλά, αυτό είναι μια άλλη ιστορία. Όπως κι αυτός μπορεί να βρει μία. Αλλά ο γάμος είναι ένα πλοίο και κάποιος πρέπει να κυβερνήσει. Εντάξει;»
Σελ.141


«Άκου να σου πω, Αντρέα… Κάποια στιγμή σταματάνε τα παιδιαρίσματα.
Δεν καταλαβαίνω. Ο γάμος είναι γάμος, δε θα τα διαλύσουμε όλα! Είναι οικογένεια. Όλοι κάνουμε λάθη. Και τα παιδιά μας κάνουν λάθη, αλλά δεν τα χωρίζουμε. Εντάξει, όταν φτάσουμε στο απροχώρητο, δε λέω.
Σελ.141


«Πριν σου πω για τον Μιχάλη, θέλω να σου πω κάτι άλλο».
«Τι;»
«Κάνω βίζιτες».
Ο Ανέστης πήρε την πίπα του.
«Και ποιος δεν κάνει, μικρή μου;»
Περίμενε να την ανάψει, τράβηξε δυο τρεις ρουφηξιές και μετά την κοίταξε στα μάτια.
«Το ‘χουν οργανώσει έτσι το πράγμα, που λίγοι αγοράζουν και πολλοί πουλάνε», της είπε. «Κοίτα εμένα. Αν μου πουν να κάνω το πορτρέτο κάποιου ανθρώπου που δε μ’ αρέσει το πρόσωπό του, που δεν έχει φως, που βλέπω μέσα του σκοτάδι, θα το κάνω γιατί έχω ανάγκη τα χρήματα. Κάποιοι άλλοι πουλάνε οκτώ με δέκα ώρες τη μέρα το κορμί και το μυαλό τους για να ζήσουν. Οι γιατροί πουλάνε τη μόρφωση για το φακελάκι, οι δικαστές πουλάνε αποφάσεις. Τους είδες τώρα με το δικαστικό σκάνδαλο. Αστυνομικοί λαδώνονται για ν’ αφήσουν εμπόρους ναρκωτικών, πολιτικοί πουλάνε τις αποφάσεις τους. Όλοι πουλάνε. Δε λέω ότι δεν υπάρχουν τίμιοι άνθρωποι, παντού υπάρχουν τίμιοι άνθρωποι, και γι’ αυτό δεν έχουμε γίνει ακόμα ζούγκλα. Όμως το χειρότερο είναι ότι έχουμε φτάσει σ’ ένα σημείο που, αν ξεπουληθεί κανείς σε καλή τιμή, τον θεωρούν όλοι έξυπνο. Κοίταξε τι γίνεται παντού. Μουσικοί γράφουν για τις εταιρείες, όχι για τον εαυτό τους, συγγραφείς γράφουν για να κάνουν μπεστ σέλερ. Έτσι δουλεύει η μηχανή. Πες μου την ιστορία σου».
Σελ.157


….Ο μόνος πόλεμος που έχω είναι με τον χρόνο. Και δε με νοιάζει αν τον χάσω, γιατί έτσι κι αλλιώς είναι η μόνη σίγουρη ήττα στη ζωή μου. Το κακό ξέρεις ποιο είναι;»
«Ποιο;»
«Ότι έχω να κάνω μ’ έναν ύπουλο αντίπαλο, με νικάει σιγά σιγά. Πρώτα τα πόδια, τα χέρια, μετά το σάκχαρο, η πίεση… Σαν ένα φρούριο που το πολιορκούν και σε λίγο καιρό το αποκόπτουν απ’ όλα».
Η Φαίδρα τεντώθηκε και τον φίλησε στο μάγουλο.
Ο Παυλής χαμογέλασε.
«Το πρόβλημα με τους ανθρώπους είναι πως όσο είναι ακόμα νέοι, δεν ξέρουν αν είναι καλοί ή κακοί. Όταν μεγαλώνουν, αποφασίζουν να γίνουν καλοί – όχι όλοι, οι περισσότεροι. Ίσως γιατί τότε κάνουν τον απολογισμό και ανακαλύπτουν ότι λίγα πράγματα έχουν σημασία στη ζωή τους. Αλήθεια, γιατί δε σ’ αρέσει ο Αντρέας;»
Σελ.188


«Δεν μπορείς να τα’ αγοράσεις όλα, Αντρέα. Δεν μπορείς. Υπάρχει πάντα κάτι στους ανθρώπους που μας ξεφεύγει».
Σελ.278