Το κυκλάμινο πάει στα βουνά...
Η Κατερίνα ξέρει που θα βρει φίλους και γνωστούς, όπως ξέρετε κι εσείς που θα βρείτε εκείνη. Βουνό με βουνό δεν σμίγει!
Σας ευχαριστώ όλους σας! ΚΑΛΗ ΣΥΝΕΧΕΙΑ! ΚΑΛΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ!

Πέμπτη, 10 Ιουλίου 2008

Maybe ΧΡΗΣΤΟΣ ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΗΣ







Maybe

ΧΡΗΣΤΟΣ ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΗΣ


Μυθιστόρημα

ΑΓΚΥΡΑ

Νομίζεις ότι μπορείς να μαντέψεις την ιστορία που κρύβει ι κάθε άνθρωπος μέσα του;

«…δεν ξέρω τι άλλο θα μπορούσα να ελπίζω
θα χάσω είχα πει μα κερδίζω»

Της Χάρης για όλα
και για το από εδώ και πέρα.
Της Άρτεμις, του Γιώργου και της Αναστασίας,
για όλες τις αγκαλιές.

-Να σου πω. Θυμάσαι κάποια πραγματικά ευτυχισμένη στιγμή μας;
Μην απαντάς, ρητορική ήταν…
«Ψάχνω, ρε γαμώτο, μια ζωή ψάχνω, μια εικόνα. Μια εικόνα να μας θυμηθώ και τους πέντε πραγματικά ευτυχισμένους. Όλες οι στιγμές, όμως, μου καταλήγουν σε κλάσματα. Ευτυχία των 3/5, των 2/5, του 1/5… Αυτό δεν ήταν οικογένεια».
-Τις προάλλες παραλίγο να ξεγελάσω και τον ίδιο μου τον εαυτό. Ξέρεις πώς είναι μερικές αναμνήσεις που μετά από χρόνια γίνονται αυτό που θέλεις να θυμάσαι και όχι αυτό που θυμάσαι. Νομίζω, πάντως, πως θυμήθηκα μια στιγμή. Εκείνη την ώρα που σας ανακοίνωσα πως πέρασα στο Πολυτεχνείο. Νομίζω πως εκείνα τα μετρημένα στα δάχτυλα δευτερόλεπτα είδα στα μάτια όλων σας μια φευγαλέα υποψία χαράς, δεν μιλάμε βέβαια για πραγματική ευτυχία.
Σελ.31

-Να σου πω την αλήθεια, ο μόνος λόγος που αποφάσισα να κάνουμε παρέα αυτή τη διαδρομή, είναι γιατί το χρώσταγα στα φορτωμένα παράπονά μου. Κάποια στιγμή έπρεπε να σ’ τα ξεφορτώσω. Εσύ τώρα χαμογελάς που ο γιόκας σου υποχώρησε και πάλι, που σου κάνει όλα τα χατίρια. Σου εύχομαι και σου φυλάω όμως τρεις ώρες διαδρομή και κόλαση. Κυρίως κόλαση.
Σελ.33

Σημαιοφόρος για σένα έγινα, για να ‘χεις να περηφανεύεσαι στα καφενεία. Ε, στο καφενείο ήσουν και την ώρα της παρέλασης, ποτέ δεν σε καμάρωσα να με καμαρώνεις.
Απουσίες, μια ζωή απουσίες, έμενες πάντα στην ίδια τάξη και δεν σ’ το έλεγε κανένας.
Ορκωμοσία; Απουσία.
Γάμος; Απουσία.
Στην κηδεία της Ελένης; Απουσία.
Γεννήθηκαν οι εγγονές σου; Απουσία.
Αλήθεια, κάθε πότε θυμόσουν να περάσεις από τις ζωές μας; Και ποιος μαλάκας σού άνοιγε την πόρτα;
Σελ.33-34

-Πατέρα, θα κάνουμε στάση για καφέ. Εγώ θα πιω έναν της εξομολόγησης και εσύ έναν της παρηγοριάς, έναν τελευταίο καφέ παρέα. Πατέρας και γιος.
Σελ.37

Και αυτό το τραγούδι πια, από το πρωί μού έχει κολλήσει.
«Γιατί υπάρχουν κι άτομα που γίνονται κομμάτια».
Γιατί, υπάρχουν κι άλλα που δεν γίνονται δηλαδή;
«Φτάσαμε! Περίμενε να σε κατεβάσω».
Πώς καταντάει ο άνθρωπος; Το φανταζόταν ο γέρος ότι θα χώραγε σ’ ένα κουτί;
«Χαίρετε, Πάτερ, έφερα τον πατέρα ή μάλλον ό,τι απέμεινε απ’ αυτόν.
ΣΕλ.41

Μήπως είδε κανείς το κορίτσι μου; Βλέπει κανείς σας το κορίτσι μου εκεί πάνω, εκεί κάτω, δεν έχει και τόση σημασία. Μήπως βλέπεις εσύ το κορίτσι μου; Είχες κι εσύ την ηλικία της. Πού πηγαίνετε και μας αφήνετε πίσω να σας κλαίμε; Δεν είναι μέρα για τους ζωντανούς η σημερινή. Σαν σήμερα έφυγε το κορίτσι μου. Χρόνια τώρα. Έπαψα να τα μετράω. Το κορίτσι μου. Μόνο αυτό με καταλάβαινε και με περίμενε, να μου πει πως ξέρει τα πάντα. Με περίμενε, δεν του έβγαινε η ψυχή. Την έχασα λίγες μέρες αφότου γέννησε την εγγόνα μου. Οι γιατροί της το είχαν μηνύσει. Ένα παιδί κυνηγούσε σε όλη της τη ζωή και της ήρθαν όλα ανάποδα.
Σελ.63

Δεν έδωσε καμιά χαρά στη μάνα της. Όλα τα κορίτσια του χωριού έμεναν σπίτι, μάθαιναν τις δουλειές του σπιτιού. Η δική μας ήθελε να μάθει γράμματα. Πήγε σχολείο για να μην αλαφρώσει τη μάνα της. Δύο τέτοιες γυναίκες δεν χωρούν σε ένα σπίτι. Γιατί η Ελένη μου δεν ήταν ποτέ κοριτσάκι, γεννήθηκε κατευθείαν γυναίκα. Έτοιμη να γίνει μάνα και να δώσει όση στοργή δεν πήρε ποτέ της.
Σελ.64-65

Πού κρύβει τόσο μίσος ένας γονιός;
Σελ.65

-Εμένα δεν μ’ αγάπησε κανένας.
Κανένας, μ’ ακούς;
Κοίτα με, όταν σου μιλάω.

-Τι ζητάς πάλι; Η ζωή έφυγε. Διορθώσεις δεν γίνονται. Τι κοιτάς τώρα να τη μαντάρεις; Τι είναι η ζωή, Μαριώ μου; Άντε, έτσι μου ‘ρθε τώρα. Γυρνάω πίσω και τα επιδιορθώνω όλα. Δεν έχει στρίφωμα. Τσίμα-τσίμα το έχουν το ύφασμα. Τσιγκούνηδες!
Σελ.75

-Φτάνεις ως εδώ και σου έχει μείνει μια ανάσα και πρέπει να ξέρεις τι θα την κάνεις. Κι εγώ ξέρω. Αλλά κι αυτό δεν μου φτάνει. Θέλω να δω το παιδί μου. Θέλω να δω το παιδί μου να μεγαλώνει. Θέλω να είμαι εκεί. Να το δω να περπατάει, να μιλάει, να λέει μαμά. Ποιαν θα πει μαμά; Να το δω να παίζει, να πηγαίνει σχολείο, να μεγαλώνει, να ομορφαίνει, να χαίρεται. Θέλω μια ζωή για το παιδί μου άλλη. Όχι σαν τη δική μου.
Σελ.91

-Ο Δημήτρης μου. Είναι εδώ ο Δημήτρης μου κι έρχεται κι ο πατέρας. Και του ‘χω φυλαγμένη την τελευταία μου ανάσα και το μυστικό μου. Ήθελα να είμαι εδώ στα γεράματά του. Να τον φροντίζω. Να μη μείνει μόνος του. Ποιος θα τον προσέξει; Κανένας άλλος δεν ξέρει την αλήθεια. Κι ο πατέρας μου θα πεθάνει μόνος του. Και τα παιδιά του θα τον μισούν. Και δεν θα μάθουν ποτέ τι έγινε. Θέλω να ζήσω. Θέλω να μείνω εδώ. Θέλω να κρατάω το χέρι του παιδιού μου και να βγαίνουμε βόλτα. Θέλω να κάθομαι στο κρεβάτι και να βλέπω τον Γιώργο μου να κοιμάται. Θέλω λίγη θάλασσα. Και έχω και μια τελευταία επιθυμία. Όλοι οι ετοιμοθάνατοι δεν δικαιούνται μια τελευταία επιθυμία; Θέλω να ζήσω…
Σελ.92

Θεέ μου, πόσα άχρηστα πράγματα κρατάει ένας γεροξεκούτης στα συρτάρια του; Τα κρατάω για να θυμάμαι. Δεν θυμάμαι τι πρέπει να θυμηθώ όμως. Συγύρισμα θέλει εδώ μέσα. Πέταμα. Να πετάξω μερικές θύμησες, να συγυρίσω άλλες.
Σελ. 98

***
Φωτογραφίες απ' την Βιβλιοπαρουσίαση του MAYBE θα δείτε στο blog της Ελένης Γκίκα, εδώ!