Το κυκλάμινο πάει στα βουνά...
Η Κατερίνα ξέρει που θα βρει φίλους και γνωστούς, όπως ξέρετε κι εσείς που θα βρείτε εκείνη. Βουνό με βουνό δεν σμίγει!
Σας ευχαριστώ όλους σας! ΚΑΛΗ ΣΥΝΕΧΕΙΑ! ΚΑΛΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ!

Δευτέρα, 14 Ιουλίου 2008

Παγιδευμένοι στο Δίκτυο ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΑΡΥΔΑΣ






Παγιδευμένοι στο Δίκτυο

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΑΡΥΔΑΣ

ΑΓΚΥΡΑ

Στο δίκτυο δεν μυρίζεις, δεν αγγίζεις, δεν ακούς, δεν μιλάς και δεν φαίνεσαι (εφόσον δεν το θέλεις, μια και η τεχνολογία πλέον επιτρέπει οπτική και ακουστική επαφή) είσαι όποιος θέλεις ή όποιος θα ήθελες να είσαι, ή όποιος πιστεύουν οι άλλοι ότι είσαι, πολλοί και κανένας ταυτόχρονα ή απλά δύο χέρια που πληκτρολογούν. Οι μανιώδεις χρήστες κοντεύουν να ξεχάσουν και την αίσθηση της επαφής με το μολύβι, μαθημένοι πια να γράφουν σε πληκτρολόγια. Όταν προσπαθούν να επιστρέψουν στο χαρτί, το σύνηθες αποτέλεσμα απεικονίζεται σε κείμενα όλο ιερογλυφικά και μουντζούρες. Το Ίντερνετ μοιάζει με τα όνειρα: Έκφραση του ενσυνείδητου.
Σελ.16


Αλλά όπως υποστηρίζει και ο Ντέιβιντ Φάρμπερ, «το Διαδίκτυο επικράτησε στη ζωή μας γιατί είναι άναρχο, στο διαδίκτυο ο καθένας έχει φωνή. Όση δύναμη και να έχει ένα κράτος ή μια επιχείρηση, όση τρομοκρατία και να ασκεί με φυσικούς όρους, δεν μπορεί να στομώσει τη φωνή σου στο Διαδίκτυο. Αυτό είναι ένα πρωτοφανές επιχείρημα στην ιστορία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ένας θησαυρός που δεν πρέπει να χάσουμε με τίποτε».
Σελ.17


Και για εκείνους που η οθόνη του υπολογιστή είναι καθρέφτης της μοναξιάς τους, μόνιμα παγιδευμένοι στο πληκτρολόγιό τους σαν να πρόκειται για το επόμενο Βιάγκρα, το Ίντερνετ έχει να προσφέρει από έναν έρωτα. Έναν έρωτα σε όλους και για όλους. Αυτή η μικρή εισαγωγή μας προσγειώνει σε μια εποχή που ο πλανήτης έχει μετατραπεί σε παγκόσμιο Ίντερνετ καφέ με εκατομμύρια πολίτες του παγκόσμιου χωριού «παγιδευμένους στο δίκτυο», δισυπόστατους και διχασμένους ανάμεσα στη φυσική και την ψηφιακή τους περσόνα.
Σελ.18


«Η ζωή δεν είναι οι αναπνοές που παίρνεις αλλά οι στιγμές που σου κόβουν την ανάσα».
Σελ.83


Ό, τι κυλάει δεν χορταριάζει.
Σελ. 85

Είχε ακούσει για ακραίες περιπτώσεις –κυρίως εφήβων- που έμειναν κλεισμένοι ένα χρόνο στο ίδιο δωμάτιο, περικυκλωμένοι από τηλεοράσεις και υπολογιστές, αποκομμένοι από την κοινωνική ζωή, μόνο και μόνο για να τελειώσουν ένα παιχνίδι, ή να το παίξουν ξανά και ξανά με πεισματική μονομανία. Στο εξωτερικό, και κυρίως στις χώρες της άπω Ανατολής, είχαν σημειωθεί και κρούσματα θανάτων. Θύματα καρδιακών προσβολών ή εξάντλησης ή και από το συνδυασμό των δύο μετά από πολύωρη ή ακόμη και πολυήμερη παραμονή μπροστά στον υπολογιστή. Υπήρχαν ειδικές ομάδες θεραπείας σε συνεδρίες των επτά ή οκτώ ατόμων που φιλοξενούσαν παιδιά με εθισμό στα ηλεκτρονικά παιχνίδια.
Σελ.89

Όλες με ελάχιστες παρεκκλίσεις καταδείκνυαν ως αίτιο του εθισμού ότι τα παιχνίδια του τύπου «τους σκοτώνω όλους» δημιουργούν στους εφήβους την ψευδαίσθηση ότι έχουν την κυριαρχία του κόσμου και τους αποδίδουν θεϊκή εξουσία, γεγονός που προσφέρει μια διαφυγή από την πραγματικότητα.
Σελ.91

Αρκετοί, στο τέλος καταλήγουν, θύματα του συνδρόμου Sunk Cost Fallacy, της ανάγκης να συνεχίσουν να παίζουν ατέρμονα αφού σε διαφορετική περίπτωση αισθάνονται ότι ο, ήδη, αρκετός χρόνος που «επένδυσαν» στο παιχνίδι, θα πάει χαμένος. «Στον εγκέφαλο του νεαρού κυρίου Βοναπάρτη», σκεφτόταν η Όλια, «πρέπει να έχει γίνει υπερχείλιση ντοπαμίνης. Να έχει φτάσει στον υπέρτατο βαθμό διέγερσης και με τις ορμόνες του σε συναγερμό. Και σε τέτοιες περιπτώσεις η ντοπαμίνη επιδρά χειρότερα από την κοκαΐνη».
Σελ.92

«Έχω παίξει δεκάδες παιχνίδια, θα μπορούσα να εθιστώ αλλά δεν έγινε ποτέ».
Η Όλια σκέφτηκε με θλίψη ότι κανείς μεθυσμένος δεν παραδέχτηκε ποτέ ότι ήπιε το ένα παραπάνω ποτήρι, αλλά προτίμησε να τον ρωτήσει ήρεμα και χωρίς να εξωτερικεύσει τις σκέψεις της: «Τότε, τι φταίει;…»
Σελ. 97


«Καλημέρα, δεν υπάρχει ελευθερία στην σύγχρονη τεχνολογικά εξελιγμένη εποχή. Πάντοτε θα μας παρακολουθούν αδιάκριτοι από την κλειδαρότρυπα ο Θεός και ο Σατανάς», ήταν τα πρώτα λόγια της προς το συγκεντρωμένο πλήθος των φοιτητών στο πανεπιστημιακό αμφιθέατρο. Τα χρωστούσε, σαν ένα μικρό μνημόσυνο, στον Σωτήρη.
Σελ.102

«Είμαστε ό,τι διαβάζουμε ή ό,τι δεν διαβάζουμε», συνήθιζε να λέει.
Σελ.137

«Προτιμότερο να φαντάζεσαι παρά να συναντήσεις το πεπρωμένο».
Σελ.139


Τι ώρα πήγε; Εννιά; Πότε πέρασε η μέρα, ρε γαμώτο. Και έπειτα σου λέει έχουμε ώρα. Έξι ώρες έφαγα και δεν πρόλαβα τίποτε να κάνω. Σκέψου να ζούσα πριν από τριάντα χρόνια. Δέκα μέρες θα χρειάζονταν. Αν έχεις γρήγορη σύνδεση είσαι θεός, ρε μάγκα. Πάει και τελείωσε… Είμαι δεκαοκτάρης και σας γαμώ τα λύκεια.
Τι έγινε, ρε γαμώτο; Γιατί έσβησε η οθόνη; Τι στο διάολο έγινε; Διακοπή ρεύματος. Για να δω… Όλη η περιοχή χωρίς φως. Όχι, ρε γαμώτο, τώρα. Δεν φόρτισα και το κινητό. Θα «πέσει». Πόση ώρα θα κρατήσει αυτή η μαλακία… Τι κάνω τώρα; Πώς θα περάσει η ώρα χωρίς δίκτυο και κινητό;
Σελ. 144


Στο δίκτυο δεν ήμουν ο Νικόλας Παπαπέτρου, διακεκριμένο στέλεχος της τραπεζικής ιεραρχίας. Μεγάλο πράγμα, φίλε, η ανωνυμία. Το πλέγμα ασφάλειας που δημιουργεί βγάζει και τα πιο απόκρυφα κομμάτια της ψυχής μας. Τα αγνοούμε ώσπου έρχεται εκείνη η στιγμή που αναδύονται απρόσκλητα στην επιφάνεια. Τελικά, ισχύει ότι αν δώσεις σε κάποιον να φορέσει μια μάσκα, θα δεις το αληθινό του πρόσωπο. Ήθελα να μιλήσω με μια γυναίκα εκείνο το βράδυ.
Σελ.165-166

Κάποτε, λέγαμε αυτάρεσκα ότι θα γεράσουμε με στιλ. Τώρα πια αναγνωρίζω ότι όποιος δεν συμβιβάζεται με την ηλικία του γερνάει άσχημα. Αποφάσισα για λόγους που δεν επιθυμώ με τις παρούσες συνθήκες να σου εξηγήσω, να συμβιβαστώ με την ηλικία μου και να γράψω τη λέξη τέλος.
Σελ.169

Γυναίκες σεξουαλικά ανικανοποίητες, περίεργες για το νέο μέσο, διεστραμμένες ή παραδομένες και κουρασμένες από την επαναλαμβανόμενη καθημερινότητά τους. Τρυφερές άβγαλτες ή ακραίες, χυδαίες και πρόστυχες. Αλλά κυρίως μοναχικές και μόνες.
Το ίδιο γρήγορα έμαθε ποιες «πήγαιναν το γράμμα», ποιες έκαναν πλάκα ή διέκρινε ακόμη και άντρες, καμουφλαρισμένους πίσω από γυναικεία ψευδώνυμα που μοίραζαν ανομολόγητες υποσχέσεις.
Σελ.173


Την ξεχώριζε από διάφορους άλλους συνομηλίκους της, που «συναντούσε» στο διαδίκτυο άτομα με IQ… ραδικιού, που σκότωναν την ώρα τους και αναλώνονταν σε κουβέντες-πασατέμπο, καρβουνιασμένα μυαλά που η μοναχικότητα του δικτύου κατέστρεφε και τα τελευταία ζωντανά εγκεφαλικά κύτταρά τους.
Σελ. 192


«Έπρεπε να βυθιστώ στο σκοτάδι για να εκτιμήσω το φως».
Σελ.193


«Να ευχαριστιόμαστε τη ζωή γιατί πολύ απλά τελειώνει».
Σελ.208


Ζήτησε να μείνει για λίγο μόνος, ο άλλος κατάλαβε, απομακρύνθηκε. Γονάτισε μπροστά από τη μικρή μαρμάρινη πλάκα. «Άννα, σ’ αγαπώ», πρόλαβε να ψελλίσει πριν τον νικήσουν οι λυγμοί του.
Σελ.215


ΟΔΥΣΣΕΑΣ:
…Θέλω να γίνω γιατί ορισμένες φορές αισθάνομαι αφόρητη πίεση, γιατί είμαι αιώνιος έφηβος, γιατί λυπάμαι για τα χρόνια που δεν γυρίζουν πίσω, για όλα όσα έκανα αλλά θέλω να επαναλάβω και για εκείνα που δεν πρόλαβα να κάνω όταν μπορούσα.
Σελ. 233


ΝΙΝΑ: Όλοι ψάχνουμε ένα ταξίδι, το ταξίδι της ζωής μας.
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Έχω γυρίσει τον μισό πλανήτη αλλά δεν έχω κάνει ΤΟ ΤΑΞΙΔΙ.
ΝΙΝΑ: Φύγε…
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Φεύγοντας τα χάνω όλα.
ΝΙΝΑ: Όχι, αν γυρίσεις.
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Σου λέω να φύγω και να μη γυρίσω. Όπως λέει και το τραγούδι «Δεν έκανα ταξίδια μακρινά, τα πόδια μου είχαν ρίζες, ήταν δέντρα…»
Σελ.234


ΝΙΝΑ: Δεν καταλαβαίνω τι ψάχνεις τελικά…
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Σ’ το είπα. Κυνηγάω τα φαντάσματα του παρελθόντος, ζητάω να ζωντανέψω την εφηβεία μου, να ξανακάνω όσα έκανα την εποχή που δεν υπήρχε «πρέπει». Και να κάνω και δυο τρία πραγματάκια που δεν πρόλαβα.
Σελ. 234


ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Οι καλές ιδέες σπανίζουν πια, αντιγράφεις μια ξένη αν είναι καλή…
ΝΙΝΑ: αυτό δεν λέγεται κλοπή;
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Αντιγραφή, διαφέρει. Αν κλέψεις κλέψε από τους καλύτερους, αν αντιγράψεις δεν είναι κακό.
Σελ.261


Κατέβηκε στο ισόγειο, σύντομα βρέθηκε περικυκλωμένος από ζωγράφους ή φιλότεχνους, ζάμπλουτους αγοραστές ή συλλέκτες με ψυχαναγκαστική σχολαστικότητα, συμμέτοχος σε βαρετές συζητήσεις, όλοι προσπαθούσαν να του μιλήσουν, να τον κολακέψουν, να σιγουρευτούν για την εύνοιά του. Και όταν στέρεψαν οι κολακείες, όταν βαρέθηκε να επιβεβαιώνεται από ανθρώπους που δεν έδινε δεκάρα τσακιστή για τη γνώμη τους αλλά εκείνοι θα πουλούσαν την ψυχή τους στον σατανά για δύο καλές κουβέντες στο επόμενο άρθρο του για τις δουλειές τους, έριξε γρήγορες, βιαστικές ματιές στο εικαστικό πανόραμα χωρίς όμως να εντυπωσιάζεται.
Σελ.274

Αισθανόταν τύψεις για τον τρόπο που του απάντησε, ή καλύτερα δεν του απάντησε, την ώρα που αυτός έδειχνε αμέριστο ενδιαφέρον για το έργο της, αλλά από την άλλη ήταν σίγουρη ότι ακόμη και αν εξαντλούσε την ειλικρίνειά της, ο Μάλλιος δύσκολα θα καταλάβαινε. Η ακριβής απάντηση στην ερώτησή του θα ήταν ότι «η έμπνευση μου ήρθε γιατί έτσι έζησα αυτή τη σκηνή ένα βράδυ με έναν άγνωστο». Κανείς τρίτος δεν θα μπορούσε να καταλάβει εκείνη την παράξενη καλοκαιρινή βραδιά, πριν από δύο χρόνια, όταν καθισμένη στο γραφείο του διαμερίσματος-εργαστηρίου της, στερεμένη και στείρα από κάθε έμπνευση ατένιζε τον άδειο καμβά. Είναι απίστευτος, ανεξήγητος και ανομολόγητος ο φόβος του συγγραφέα μπροστά στην άδεια κόλα χαρτί, του μουσικού στην κενή από νότες παρτιτούρα, ο τρόμος του ζωγράφου μπροστά στον λευκό καμβά. Εκείνο το διάστημα όλα τής πήγαιναν στραβά.